Ο ΦΟΙΒΟΣ ΜΟΥ
Ήταν ένα ζεστό απόγευμα του Ιουλίου του 2010 όταν είδα για πρώτη φορά το γλυκό πλασματάκι μου να τρέχει από την μια άκρη του δρόμου στην άλλη. Τον τελευταίο καιρό μου είχε δημιουργηθεί η επιθυμία να υιοθετήσω ένα σκυλάκι και η θεία μου που της είχα μιλήσει γι’ αυτό είχε την τύχη να δει το φουντωτό μου τερατάκι, που από τη στιγμή που το κράτησα στα χέρια μου θα γινόμασταν αυτοκόλλητοι. Το χαρούμενο παιδί μου, καθρέφτης του εαυτού μου, ο ένας για τον άλλο, ο πιο πιστός μου σύντροφος, από τη μέρα που τον κράτησα στην αγκαλιά μου. Η θεία μου είχε ακούσει ότι κάποιας κυρίας η σκυλίτσα είχε γεννήσει στην γειτονιά και χάριζαν κουταβάκια. Εκείνη τη μέρα λοιπόν πήγαμε μαζί για να τον γνωρίσω στο γειτονικό σπίτι, Ήταν μια λευκή χιονομπαλίτσα, επτά μηνών που έτρεχε όλο ζωντάνια, χάρη και χαρά. Αμέσως τον πήρα στην αγκαλιά μου και μπήκαμε στην αυλή του σπιτιού. Εκεί ήταν η μαμά του, μια σκυλίτσα με καφέ πουά το ένα μάτι και φουντωτή ουρά. Μόλις με είδε να κρατάω τον μικρό της στα χέρια μου έκανε νεύμα με το ποδαράκι της να τον αφήσω. Τι συγκίνηση!
Ο μικρούλης μου χαριτωμένος και αξιαγάπητος και έπαιζε στο φως της μέρας. Ήταν σκέτη τρέλα. Ένα θαύμα. Ήταν ολόλευκος με το ένα μάτι γκρι, γκρι αυτάκια και μια μαύρη βούλα πίσω στην ουρά. Τα πανέμορφα μεγάλα μαύρα του μάτια έλαμπαν στον ήλιο και κουνούσε τη φουντωτή ουρά του όλο νάζι και χαρά. Τον μικρό μου τον ονόμασα Φοίβο, προσωνύμιο του θεού Απόλλωνα, θεού του φωτός, καθώς ο μικρός μπόμπιρας άλλαξε τη ζωή μου και την γέμισε φως.
Την επόμενη μέρα πήγα όλο ενθουσιασμό στο pet shop να αγοράσω τα απαραίτητα και κάπως έτσι ο Φοίβος βρήκε το νέο του σπίτι. Με την άφιξή του στο σπίτι έκανε κάτι που με συγκίνησε. Σαν κουταβάκι που ήταν, του βάλαμε ένα μπολ με γάλα για να δυναμώσει και κείνος ως ένδειξη ευχαρίστησης φίλησε το χέρι της μητέρας μου. Η σχέση μας έμελλε να γίνει πολύ δυνατή. Κάθε μέρα που περνούσε δενόμουν πιο πολύ μαζί του και τον αγαπούσα όλο και περισσότερο. Έμαθα με τον καιρό να τον φροντίζω, να τον πηγαίνω βόλτα, τι του αρέσει ,τι τον ευχαριστεί, τις χαριτωμενιές του και τα πείσματά του. Γίναμε αυτοκόλλητοι, αχώριστοι φίλοι και σαν μικρός θεός δεν σταματούσε να μου δίνει μαθήματα αγάπης, ευγνωμοσύνης και ανιδιοτέλειας.
Πάντα χαρούμενος και γεμάτος απορία, ξεπροβάλλει από κάθε γωνιά του σπιτιού και μένει να σε κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια, μ’ αυτά τα λαμπερά μεγάλα του μάτια ή για να ζητήσει κάποια λιχουδιά στο άκουσμα της πόρτας του ψυγείου. Όταν ακούει τον ήχο συσκευασίας φαγητού, στέκεται στα δυο πόδια του και με τα άλλα δυο στον αέρα, σαν νούμερο σε τσίρκο, γεμάτος ανυπομονησία και λαχτάρα ζητάει απεγνωσμένα μια μπουκιά. Έχει τέτοια εμμονή με το φαγητό ώστε όπου κι αν βρίσκεται, ακόμα και στο δρόμο γυρνάει το κεφαλάκι του παντού ψάχνοντας έστω και για λίγα ψίχουλα.
Έιναι τόσο ζωήρός που σε ανύποπτο χρόνο θέλει να σε προκαλέσει σε παιχνίδι για να το πετάξεις να το πιάσει και μετά το κρατάει και δεν το δίνει σαν να αντιστέκεται. Λατρεύω αυτή την παιχνιδιάρικη φύση του.
Όταν έρχεται η ώρα του ύπνου ξαπλώνει ανέμελος στο κρεβάτι ανοίγοντας τα ποδαράκια του και μέσα στον ύπνο του γαβγίζει σαν να ονειρεύεται.
Όλη τη μέρα βρίσκεται σε ετοιμότητα για να γαβγίσει σε άλλα σκυλάκια που περνάνε στο δρόμο, σημαίνοντας συναγερμό στα άλλα σκυλάκια της περιοχής σαν να οριοθετεί ταυτόχρονα την περιοχή του.
Μ’ ένα του βλέμμα θα έλεγε: «Είμαι δω για σένα. Αναπνέω με το χτύπο της Καρδιάς σου. Μην το ξεχάσεις ποτέ.»
Γεωργία
