ΦΥΛΕΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
«Δέσε σφιχτά τα αθλητικά σου παπούτσια και σφίξε τους μυς σου γιατί η κούρσα είναι μιά δοκιμασία αντοχής». Αυτό είπε ο προπονητής του μυθικού σπρίντερ στον Τζέσε Όουενς πριν αρχίσει κάποιος αγώνας του.
Ο σκηνοθέτης Στήβεν Χόπκιν περιγράφει την ιστορία του Τζέσε Όουενς με τρόπο ώστε ο ήρωας να περνάει από σαράντα κύματα πριν κερδίσει τα μετάλια στο Βερολίνο του Χίτλερ και μαζί με αυτά τον μεγάλο αγώνα γοήτρου ενός Αφροαμερικανού εναντίον των Ναζί.
Στην αρχή της ταινίας ο νεαρός Τζέσε φθάνει στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο, το 1933, και αντιμετωπίζει ρατσιστική συμπεριφορά εκ μέρους των λευκων συμφοιτητών και συναθλητών του. O κόουτς του Λάρυ Σνάιντερ οσμίζεται ένα νέο ταλέντο και του λέει ότι αν συγκεντρωθεί και δουλέψει σκληρά θα γίνει ανίκητος. Αρχικά ο Σνάιντερ δεν είναι θερμός ούτε και ο Όουενς τόσο ενθουσιασμένος με τις μεθόδους του αλλά όταν αρχίζουν και κερδίζουν κούρσες αναπτύσσεται αναμεσά τους ένας ισχυρός δεσμός. Η σκέψη τους εστιάζεται σε έναν συγκεκριμένο στόχο. Τους Ολυμπιακούς του 1936 στο Βερολίνο.
Η ταινία πέρα από την πάντα απαραίτητη ερωτική ιστορία κάνει ένα καυστικό σχόλιο για τον ρατσισμό συγκρίνοντας τον ρατσισμό του Χίτλερ με τις φυλετικές διακρίσεις εναντίον των μαύρων της Αμερικής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ευτυχείς που χρησιμοποιούσαν τον Όουενς για να ταπεινώσουν τον Χίτλερ ωστόσο θα έπρεπε να μπαίνει από την πόρτα υπηρεσίας στα επίσημα δείπνα. Περιγράφονται επίσης οι διαφωνίες των αθλητικών παραγόντων της εποχής για το αν έπρεπε ή όχι να συμμετάσχουν οι ΗΠΑ στους Ολυμπιακούς του 1936. Πίσω από πολλές από τις τοποθετήσεις κρύβονταν συχνά εγωισμοί και προσωπικά συμφέροντα. Άλλωστε με μιά δόση ειρωνείας θα μπορούσε κάποιος να πει πως τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως δεν είχαν ακόμη δημιουργηθεί.
Παρ’ όλα αυτά οι Αμερικανοί παράγοντες θα κάνουν το χατίρι του Γκέμπελς αποκλείοντας τους Εβραίους αθλητές από την ομάδα της σκυταλοδρομίας. Ο ίδιος ο Όουενς ενώ θα μπορούσε να ταυτιστεί με τους Εβραίους συναθλητές του και να μην συμμετάσχει στον αγώνα προτιμάει να πάρει ένα ακόμα χρυσό μετάλιο.
Η ταινία πλέκει τον αφηγηματικό της ιστό σε τρεις άξονες. Ο πρώτος είναι το ζήτημα των φυλετικών διακρίσεων. Ο δεύτερος η προσωπική ζωή του Όουενς και ο τρίτος η σχέση προπονητή – αθλητή. Ο πρώτος είναι το δυνατό «χαρτί» της ταινίας χωρίς να είναι αδύναμοι οι άλλοι δύο.
Στην ταινία γίνεται αναφορά σε δύο παροιμιώδεις «καλούς» Γερμανούς. Ο ένας είναι ο ανταγωνιστής του Όουενς στο άλμα εις μήκος Κάρλ Λονγκ ο οποίος τον συμβούλεψε από ποιό σημείο να πάρει φόρα και η άλλη είναι η διάσημη κινηματογραφίστρια του Χίτλερ, Λένι Ρίφενσταλ. Αλωνίζει κυριολεκτικά το Ολυμπιακό Στάδιο με έναν στρατό από σαράντα καμεραμάν αψηφώντας τις εντολές του Γκέμπελς. Το ντοκιμαντέρ της, Ολύμπια, δίνει μιά ρεαλιστική εικόνα των αγώνων και όχι αυτή που θα ήθελαν οι Ναζί. Υπάρχει στην ταινία μια διάθεση παραλληλισμού της έξοχης δουλειάς της Ρίφενσταλ με την αθλητική δόξα του Όουενς.
Αυτοί που θέλουν να κατακρίνουν την ταινία μπορούν να της καταλογίσουν δύο πράγματα. Το ένα ότι δεν είναι αρκετά «αθλητική», δηλαδή ότι δεν αφιερώνει αρκετό χρόνο στην αγωνιστική ζωή του Όουενς. Το άλλο ότι δεν περιέχει αρκετά βιογραφικά στοιχεία για τον αθλητή και τον άνθρωπο Όουενς. Όπως και να έχει η ταινία «Race» (που σημαίνει ράτσα αλλά και κούρσα) και παίζεται στην Ελλάδα με τον τίτλο «Ο άνθρωπος που ταπείνωσε τον Χίτλερ», αποτελεί μιά από τις καλύτερες επιλογές της φετινής χρονιάς.
Για την ιστορία να ανφέρουμε ότι ο Όουενς κατέκτησε τέσσερα χρυσά μετάλια στους Ολυμπιακούς του 1936 (πρώτοι που μεταδόθηκαν τηλεοπτικά σε λίγες τηλεοπτικές συσκευές) στα αγωνίσματα των 100μ., 200μ., σκυταλοδρομίας 4×100 και άλματος εις μήκος.
Γιώργος
